Πώς ανασταίνονται οι δημοκρατίες;

Published on 12 February 2026 at 13:53

του ΚΩΣΤΑ ΚΑΡΑΒΙΔΑ

 

[Γιώργος Σιακαντάρης, Τι δημοκρατίες θα υπάρχουν το 2050;, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2024]

 

Έχουν άραγε ακόμη θέση οι ιδέες στην πολιτική; Το βιβλίο του Γιώργου Σιακαντάρη, διδάκτορα κοινωνιολογίας και τακτικού αρθρογράφου στον ημερήσιο και περιοδικό Τύπο, με τον τίτλο Τι δημοκρατίες θα υπάρχουν το 2050; (Αλεξάνδρεια, 2024), απαντά θετικά (ίσως βολονταριστικά) σε αυτό το ερώτημα. Το επίκαιρο θέμα του βιβλίου, που προλογίζεται από τον Ξενοφώντα Κοντιάδη, είναι «τα αγκάθια που σήμερα έχουν καρφωθεί στο σώμα των δημοκρατιών» (σ. 25), οι κίνδυνοι που απειλούν τις σύγχρονες δυτικές δημοκρατίες υποσκάπτοντας τα θεμέλιά τους.

Πριν λίγα χρόνια, οι Στήβεν Λεβίτσκι (Steven Levitsky) και Ντάνιελ Ζίμπλατ  (Daniel Ziblatt) δημοσίευσαν ένα ερεθιστικό βιβλίο (Πώς πεθαίνουν οι δημοκρατίες, Mεταίχμιο, Αθήνα 2018) που διερευνούσε τους όρους του ύπουλου θανάτου των δημοκρατιών. Ο Σιακαντάρης, ωστόσο, δεν φαίνεται να προβληματίζεται τόσο για το αν θα υπάρχουν δημοκρατίες το 2050 αλλά για την ποιότητα και τη λειτουργία τους· για το πώς και αν μπορούν να αναγεννηθούν. Ο συγγραφέας δείχνει με την ανάλυσή του πως οι δημοκρατίες δεν κινδυνεύουν σήμερα μόνο από δημαγωγούς και παραπλανημένα εκλογικά σώματα, αλλά από «εσωτερικούς εχθρούς» που τις διαβρώνουν: την ασυδοσία του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου και των αγορών, τις εξωθεσμικές ομάδες συμφερόντων, την υποκατάσταση της πολιτικής από την τεχνοκρατία, την απορρύθμιση της εργασίας, την περιφρόνηση του λαού και τον φόβο των ελίτ απέναντι στις κινητοποιήσεις, την αδιαφανή λειτουργία των ΜΜΕ, τα τρολ των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, την εργαλειοποίηση της δικαιοσύνης, το πολιτικό χρήμα και τις ολιγαρχίες του πλούτου, τις κοινωνικές ανισότητες, τις περικοπές δημόσιων δαπανών, τους εθνικισμούς, αλλά και τη διάχυτη αντίληψη ότι «όλοι είναι ίδιοι». Σήμερα μπορούμε να διακρίνουμε πολύ καθαρά ότι η υπονόμευση των δημοκρατιών εκκολάφθηκε από υπεράνω υποψίας δημοκρατικά εκλεγμένες κυβερνήσεις και διεθνείς οργανισμούς που απαξίωσαν τους αντιπροσωπευτικούς θεσμούς, συνήψαν ανίερες συμμαχίες και αποφάσισαν μονόδρομους χωρίς να λογοδοτούν, επιβάλλοντας ασφυξία στις κοινωνίες. 

Το βιβλίο είναι εξαιρετικά επίκαιρο, πυκνό σε ιδέες και προβληματισμούς, καθώς σε πέντε κεφάλαια, εκτός από την ανάγκη ανανέωσης των δημοκρατιών, θίγει μια σειρά από συναφή ζητήματα αιχμής: λειτουργία των κομμάτων, τεχνοκρατικοποίηση της πολιτικής, παγκοσμιοποίηση, ταυτότητες, πολιτική ορθότητα, cancel culture, εθνικισμοί, λαϊκισμοί, ανάκαμψη του θρησκευτικού συναισθήματος, ισλαμική τρομοκρατία, νέες τεχνολογίες, τραμπισμός. Έτσι, το περιεχόμενό του βιβλίου δεν μένει μόνο στη θεωρία, αλλά συνδέεται με τρέχοντες πολιτικούς προβληματισμούς, στην Ελλάδα και διεθνώς, για τη νεοσυντηρητική κυριαρχία, την εκτροπή στους αυταρχισμούς, την άνοδο της Ακροδεξιάς και την περιθωριοποίηση, αν όχι απαξίωση, της Αριστεράς σε όλες τις εκδοχές της. Ο συγγραφέας δεν αδιαφορεί καθόλου για το πολιτικό διά ταύτα, καθώς η διαχείριση των μεγάλων προκλήσεων της εποχής (κλιματική αλλαγή, τεχνητή νοημοσύνη, μεταναστευτικό, δικαιώματα, παγκόσμια ειρήνη) δημιουργεί την αίσθηση του πολιτικά και υπαρξιακά κατεπείγοντος.

Η δημοκρατία, στον πιο απλό ορισμό της, είναι το πολίτευμα στο οποίο αποφασίζουν οι πολλοί. Ωστόσο, παρά τη συμπεριληπτικότητα που τη διακρίνει στη βάση της λαϊκής κυριαρχίας, της γενικής βούλησης και του κοινού συμφέροντος, παραμένει ένα δύσκολο πολίτευμα, που η ποιοτική λειτουργία του εξαρτάται από τη συμμετοχή, την ευαισθησία και την επαγρύπνηση των πολιτών. Ο Σιακαντάρης, για να περιγράψει τις διαδοχικές μεταλλάξεις των δημοκρατιών στη μακρά διαδικασία της υπονόμευσής τους, που κορυφώνεται μετά τη δεκαετία του 1990 –στα χρόνια επικράτησης της ενιαίας σκέψης και της νεοφιλελεύθερης συναίνεσης– και, στη συνέχεια, της οικονομικής κρίσης και της εποχής Τραμπ, καταφεύγει άλλοτε στις ιστορικές εμπειρίες και άλλοτε στις θεμελιώδεις ρίζες της νεωτερικής φιλοσοφίας και της πολιτικής επιστήμης (Μακιαβέλι, Ρουσσώ, Τοκβίλ κλπ.), εποπτεύοντας και αξιοποιώντας μια εκτενέστατη βιβλιογραφία. Είναι, άλλωστε, το τρίτο κατά σειρά βιβλίο του συγγραφέα που ασχολείται με τις περιπέτειες και τις θεωρήσεις της δημοκρατικής σκέψης (Οι μεγάλες απουσίες. Η ελληνική δημοκρατία σε άμυνα, Πόλις, Αθήνα 2011· Το πρωτείο της δημοκρατίας. Η σοσιαλδημοκρατία μετά τη σοσιαλδημοκρατία, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2019) και ο φιλόπονος αναγνώστης αξίζει να διαβάσει και τα τρία για να διαπιστώσει, μέσα στη δεκαετία των αλλεπάλληλων κρίσεων, την εξέλιξη της σκέψης ενός συγγραφέα με σταθερό ιδεολογικό πυρήνα αλλά σε διαρκή κίνηση και αναστοχασμό που υπαγορεύεται από την επικαιρότητα και τα νέα διανοητικά ερεθίσματα.

Οι έννοιες που εμφανίζονται στον υπότιτλο του βιβλίου (μεταδημοκρατία, μεταπολιτική, μετακόμματα), κοινόχρηστες πια στη δημόσια συζήτηση και με προφανές αρνητικό πρόσημο, μοιάζει να περιγράφουν σε μεγάλο βαθμό όσα συμβαίνουν σήμερα στις μετανεωτερικές κοινωνίες, ασφαλώς και στην ελληνική. Η αντιπροσωπευτική δημοκρατία των κομμάτων, όπως ιστορικά τη γνωρίσαμε, υποχωρεί, καθώς η πολιτική έχει παραδοθεί στο χρήμα, την επικοινωνία και την εικόνα. Οι δύο σημαντικοί πόλοι της μεταπολεμικής ευρωπαϊκής ευημερίας, ο σοσιαλδημοκρατικός και ο χριστιανοδημοκρατικός, έχουν εδώ και δεκαετίες χάσει την αίγλη τους συγκλίνοντας σε σημείο ταύτισης. Τα παραδοσιακά κόμματα από πολυσυλλεκτικά κόμματα ιδεών έχουν μετατραπεί σε κόμματα-καρτέλ, χωρίς εσωτερική δημοκρατία, χωρίς τάσεις και πλατφόρμες, αλλά με οπαδούς και ενισχυμένη τη θέση του προέδρου. Η ιδιότητα του κομματικού μέλους έχει αντικατασταθεί από πελάτες που διαλέγουν προϊόντα. Τα κοινοβούλια έχουν απωλέσει τη δύναμή τους απέναντι στην ολοένα και πιο συγκεντρωτική, προεδροποιημένη και πρωθυπουργοκεντρική, εκτελεστική εξουσία. Παράλληλα, εμφανίζονται εκφυλιστικά φαινόμενα –δήθεν κατακτήσεις της άμεσης ή συμμετοχικής δημοκρατίας– όπως η εκλογή των ηγετών από τη βάση και αμφιλεγόμενης αποτελεσματικότητας δημοψηφίσματα, ενώ θεσμοί που δημιουργήθηκαν προς ενίσχυση της δημοκρατίας, όπως οι ΜΚΟ και οι οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών, κατακερματίζουν την αντιπροσώπευση, και άλλοι πυλώνες, όπως η δικαστική εξουσία, η ηλεκτρονική διαβούλευση, οι Ανεξάρτητες Αρχές, υπονομεύονται συστηματικά από κυβερνητικές παρεμβάσεις. Μια κυρίαρχη κοινοτοπία αξιώνει όχι απλώς λιγότερο κράτος αλλά λιγότερη πολιτική και τα ευρύτερα στρώματα, αποξενωμένα, απομακρύνονται από αυτή. Στην εποχή της τυραννίας της αξίας, με τον όρο του Μάικλ Σαντέλ (Μichael Sandel), αποθεώνεται από όλους η αξιοκρατία αντί για την αναγνώριση της αξιοπρέπειας όλων των ανθρώπων, επιτυχημένων και αποτυχημένων, μορφωμένων και μη. Άραγε «τι έχει απογίνει το κοινό καλό;»

Η επίμονη θέση του Σιακαντάρη είναι ότι απέναντι σε αυτό το καταθλιπτικό παρόν του καπιταλιστικού ρεαλισμού, όπως τον περιέγραψε ο Μαρκ Φίσερ (Mark Fisher), υπάρχει εναλλακτική πρόταση, αλλά πρέπει να αναζητηθεί σε παγκόσμιο επίπεδο, με τον εκδημοκρατισμό και την ενίσχυση των θεσμών λογοδοσίας. Ο Σιακαντάρης είναι ένας μοντέρνος σοσιαλδημοκράτης, που μιλά διαφορετική γλώσσα από αυτή που έχουμε συνηθίσει στην Ελλάδα από τους υποστηρικτές αυτού του πολιτικού ρεύματος. Κι αυτό γιατί ο λόγος του, μαζί με την κλασική σοσιαλδημοκρατική ατζέντα που προτάσσει (κράτος πρόνοιας, αναδιανομή, προοδευτική φορολογία, έλεγχος της αγοράς, ατομικά δικαιώματα), εξακολουθεί να χρησιμοποιεί, με διανοητική λεπτότητα και όχι μηχανιστικά, εννοιολογήσεις μαρξιστικής προέλευσης: καπιταλισμός, εκμετάλλευση, ταξική διαστρωμάτωση, πρωταρχική συσσώρευση, σχέση κεφαλαίου-εργασίας κ.ά. Ορθά ο συγγραφέας διακρίνει ότι τα ερμηνευτικά πασπαρτού της πνευματικής νωθρότητας που ανάγουν όλα τα προβλήματα στον λαϊκισμό (φιλελεύθερο ακραίο Κέντρο) ή τον νεοφιλελευθερισμό (ριζοσπαστική Αριστερά) δεν περιγράφουν επαρκώς τη συνθετότητα του παρόντος. Έτσι, η λύση που προτείνει δεν είναι η νοσταλγική επιστροφή στο μεταπολεμικό σοσιαλδημοκρατικό μοντέλο της λεγόμενης «χρυσής τριακονταετίας» αλλά μια ανανεωμένη σοσιαλδημοκρατία προσαρμοσμένη στο παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον. Μια αποτελεσματική απάντηση σήμερα δεν μπορεί να είναι εθνοκεντρική αλλά παγκόσμια – συντονισμένη και ρυθμιστική. Πώς αλλιώς μπορούν να καταργηθούν οι φορολογικοί παράδεισοι, να προστατευτούν τα δημόσια αγαθά από την αγοραία λογική, να επέλθει εργασιακή ειρήνη, να μειωθούν οι στρατιωτικοί εξοπλισμοί, οι πόλεμοι, οι γενοκτονίες, αν όχι με μια ευκταία, αν και δυσδιάκριτη σήμερα, παγκόσμια αντίδραση;

Ο εμπλουτισμός της δημοκρατίας και η ανανοηματοδότησή της ως κοινωνικής δημοκρατίας μπορεί, σύμφωνα με τον συγγραφέα, να προέλθει μόνο αν συνδεθεί στενότερα με τις αξίες του πολιτικού φιλελευθερισμού, τις αρχές και τους θεσμούς του ρεπουμπλικανισμού. Η κρίσιμη έννοια εδώ είναι ο ρεπουμπλικανισμός. Μόνο μέσα στη res publica, τη συντεταγμένη Πολιτεία, με το καθήκον της ένταξης στην πολιτική κοινότητα και της συμμετοχής των πολιτών στις κοινές υποθέσεις, μια αριστοτελικής και, στους νεότερους χρόνους, μακιαβελικής προέλευσης παράδοση που κορυφώνεται με τον Ρουσσώ αλλά και με τον Καντ, μπορούμε να υπάρχουμε ως πολιτικά πρόσωπα. Ο ρεπουμπλικανισμός νοηματοδοτεί διαφορετικά την έννοια της ελευθερίας. Την αντιλαμβάνεται όχι ως απουσία περιορισμών (όπως ο ατομικιστικός οικονομικός νεοφιλελευθερισμός), αλλά ως προϋπόθεση του δικαίου, αναγνωρίζοντας τον εξαναγκασμό του νόμου και των θεσμών ως συστατικά γνωρίσματα της πολιτικής ελευθερίας. Για τον ρεπουμπλικανισμό, η πολιτική συμμετοχή και η στήριξη του δημόσιου αγαθού και του κοινού συμφέροντος είναι τα στοιχεία που κατοχυρώνουν την αυτονομία των πολιτών· την ελευθερία ως αυτονομία και όχι ως ασυδοσία.

Οι θέσεις του συγγραφέα για την περίπλοκη σχέση δημοκρατίας,  ρεπουμπλικανισμού και φιλελευθερισμού είναι, κατά τη γνώμη μου, το πιο ενδιαφέρον μέρος του βιβλίου, καθώς φωτίζει έμμεσα το μείζον, ιστορικό και υπαρξιακό πρόβλημα της ελληνικής –και όχι μόνο– Αριστεράς: την αμήχανη, αν όχι δυσανεκτική, σχέση της με τον πολιτικό φιλελευθερισμό. Η Αριστερά, στον αξιακό της πυρήνα, διατηρεί συνάφειες αλλά και διακριτά όρια με τον  φιλελευθερισμό. Είναι εξάλλου και οι δύο, σοσιαλισμός και φιλελευθερισμός, άμεσοι επίγονοι του Διαφωτισμού. Ο σπουδαίος Ιταλός αντιφασίστας διανοούμενος του Μεσοπολέμου Κάρλο Ροσέλι (Carlo Roselli) έβλεπε τον σοσιαλισμό ως φυσικό κληρονόμο του φιλελευθερισμού. Ωστόσο, στην πολιτική πρακτική της η Αριστερά, ιδιαίτερα οι πιο ριζοσπαστικοποιημένες και σίγουρα οι κομμουνιστικές-λενινιστικές εκδοχές της, συχνά υποτίμησε την ελευθερία και οδηγήθηκε σε αντιδημοκρατικές στρεβλώσεις. Ο Σιακαντάρης, με διαλεκτικό τρόπο, διερευνά τη δύσκολη σχέση ανάμεσα στην ισότητα και την ατομική ελευθερία, αναζητώντας ορθά την ισορροπία στη συνθετική θεώρηση του ρεπουμπλικανικού πνεύματος.

Αν το όραμα για έναν δημοκρατικό σοσιαλισμό παραμένει με κάποιο τρόπο ζωντανό, το βιβλίο θέτει το ερώτημα με ποια θεωρία δημοκρατίας μπορεί σήμερα να ανασυνταχτεί, ώστε ο όρος να αποκτήσει θετικό περιεχόμενο και να μη γίνεται αντιληπτός μόνο σε αντιδιαστολή με τον ιστορικά καταδικασμένο ολοκληρωτικό, «υπαρκτό», σοσιαλισμό. Η υπεράσπιση της δημοκρατίας είναι ό,τι πιο ριζοσπαστικό  και υποστηρίξιμο έχει να αντιτάξει σήμερα ο προοδευτικός χώρος. Η αναζωογόνηση της κοινωνικής δημοκρατίας, μιας δημοκρατίας δηλαδή που δεν εκλαμβάνεται απλώς ως το κέλυφος μιας μορφής διακυβέρνησης που προκύπτει από εκλογές, αλλά λειτουργεί ως καταλύτης για να αντιμετωπιστούν οι κοινωνικές ανισότητες και να αρθούν οι αδικίες, μπορεί να αποτελέσει κεντρικό πολιτικό πρόταγμα.

Η ανάλυση του Σιακαντάρη διαθέτει θεωρητικό βάθος και γνήσια πολιτική αγωνία, αλλά τα δύσκολα παραμένουν. Το πρόβλημα σήμερα δεν είναι μόνο το τι θα κάνουμε αλλά κυρίως το πώς. Πώς και από πού θα αναδυθεί το καινούργιο; Πώς μπορούν οι ιδέες να επανακάμψουν και να συνδεθούν με κοινωνικά αιτήματα βαθαίνοντας το περιεχόμενό τους; Πώς θα επανέλθει η πολιτική συμμετοχή στις κοινωνίες του φόβου, της αδιαφορίας, της αδράνειας, του ριζικού ατομικισμού, της επισφάλειας και των μειωμένων προσδοκιών; Ο συγγραφέας δεν προσφέρει έτοιμες λύσεις στο χέρι, αλλά θέτει τις βάσεις για μια ζητούμενη εναλλακτική πολιτική πράξη, ενός καινούργιου ίσως πολιτικού υποκειμένου, στο πλαίσιο ενός νέου Διαφωτισμού που θα αντιλαμβάνεται τα κρίσιμα δημοκρατικά επίδικα.

Add comment

Comments

There are no comments yet.

Create Your Own Website With Webador