του Αλέξανδρου Μανωλάτου
«Πώς είναι δυνατόν να υπάρξει μακροπρόθεσμα μια σταθερή και δίκαιη κοινωνία ελεύθερων και ίσων πολιτών, οι οποίοι ωστόσο χωρίζονται βαθύτατα από έλλογα αλλά και ασύμμετρα μεταξύ τους θρησκευτικά, φιλοσοφικά και ηθικά δόγματα;».[1] Αυτό είναι το κεντρικό ερώτημα που διατυπώνει με κανονιστικούς όρους ο Ρωλς στον Πολιτικό Φιλελευθερισμό, κρίνοντας ότι η απάντησή του προϋποθέτει μια νέα αυτοκατανόηση του ίδιου του φιλελευθερισμού ως εστιακού σημείου καθαρά πολιτικών αξιών.[2] Το ίδιο ερώτημα εγείρει με δυστοπικούς όρους η ταινία Φιόρδ του Κριστιάν Μουνγκιού, ανατέμνοντας το «απροσμέτρητο βάθος»[3] της σύγκρουσης μεταξύ κοσμικών και θρησκευτικών δογμάτων και την πόλωση που μπορεί να προκαλέσει. Η επαναλαμβανόμενη σκηνή της χιονοστιβάδας που κινείται ορμητικά προς το σχολείο της νορβηγικής κοινότητας στην οποία διαδραματίζεται η ταινία αποτυπώνει συμβολικά τις υπαρξιακές διαστάσεις που μπορεί να λάβει η πόλωση αυτή.
Οι πρωταγωνιστές του Φιόρδ είναι η πολυμελής οικογένεια Γκεοργκίου. Ο πατέρας Μιχάι είναι Ρουμάνος και η σύζυγος του Έλζμπετ είναι Νορβηγίδα. Μεταναστεύουν στον σκανδιναβικό Βορρά από τη Ρουμανία όταν φεύγουν από τη ζωή οι γονείς του Μιχάι. Μεγαλώνουν τα πέντε παιδιά τους με αυστηρή πειθαρχία, στο πλαίσιο των αρχών του ευαγγελικού χριστιανικού δόγματος το οποίο ασπάζονται. Εφαρμόζουν ένα σύστημα ποινών, απαγορεύουν το ίντερνετ και το κινητό, επιβάλλουν την ανάγνωση της Βίβλου και την προσευχή σε καθημερινή βάση. Η ανατροφή αυτή έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τα προοδευτικά σκανδιναβικά ήθη αλλά εντούτοις τα παιδιά αναπτύσσουν φιλίες με τους συμμαθητές τους και δείχνουν να προσαρμόζονται στη ζωή της νέας τους πατρίδας. Όλα ανατρέπονται βίαια όταν η έφηβη κόρη Έλια εμφανιστεί στο σχολείο με ύποπτους μώλωπες στην πλάτη. Η ενεργοποίηση του κρατικού μηχανισμού προστασίας ανηλίκων είναι άμεση. Τα παιδιά απομακρύνονται από την οικογενειακή εστία, ακόμα και το πέντε μηνών βρέφος, και μεταφέρονται σε ανάδοχες οικογένειες, ενώ παράλληλα ξεκινά έρευνα για ενδεχόμενη κακοποίηση. Οι γονείς αναγκάζονται να αποδεχθούν την απόφαση, μέχρι τη στιγμή που ο Μιχάι, κρίνοντας την παρέμβαση υπερβολική και άδικη, αποφασίζει να απευθυνθεί σε συμπατριώτες και ομοϊδεάτες για να διεκδικήσει την επανένωση με τα παιδιά του. Η υπόθεση της ρουμανικής οικογένειας παίρνει τον δρόμο της δικαιοσύνης.[4]
Η σύγκρουση αυτή μεταξύ της θρησκευόμενης οικογένειας Γκεοργκίου και των φιλελεύθερων νορβηγικών αρχών αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον αν ιδωθεί υπό το πρίσμα της προβληματικής που αναπτύσσει ο Ρωλς στον Πολιτικό Φιλελευθερισμό. Για τον Ρωλς, η συνύπαρξη θρησκευτικών και κοσμικών δογμάτων συνιστά μια ιδιαίτερη πρόκληση για τη σταθερότητα των φιλελεύθερων δημοκρατιών. Ο λόγος είναι ότι μια μερίδα θρησκευόμενων πολιτών δυσκολεύεται να ενστερνιστεί τις βασικές φιλελεύθερες αρχές και ταυτόχρονα οι μη θρησκευόμενοι πολίτες μπορεί να αισθάνονται ανασφάλεια όσον αφορά τη δέσμευση των πρώτων στις αρχές αυτές.
Μέσα από το δράμα της οικογένειας Γκεοργκίου το Φιόρδ φωτίζει τις ιδιαίτερες προκλήσεις που μπορεί να αντιμετωπίσουν oι θρησκευόμενοι πολίτες στην προσπάθεια τους να συμφιλιώσουν τα πιστεύω τους με τις φιλελεύθερες αντιλήψεις περί αυτονομίας και ατομικότητας. Η δυσκολία του ζεύγους Γκεοργκίου να επιτύχει αυτή τη συμφιλίωση απορρέει από τη διαφορετική θεμελίωση και ιεράρχηση των αξιών τους, από αυτό που ο Ρωλς χαρακτηρίζει «ασυμμετρία». Τα θρησκευτικά τους καθήκοντα αντλούν την κανονιστική τους ισχύ από μια αντίληψη της αλήθειας που στηρίζεται στη θρησκευτική αυθεντία και συνδέονται με υπερβατικές αξίες, όπως η σωτηρία της ψυχής και η αιώνια ζωή. Αυτό έχει ως απόρροια οι Γκεοργκίου να δίνουν απόλυτη προτεραιότητα στα καθήκοντα αυτά, θεωρώντας τα αδιαπραγμάτευτα και απολύτως δεσμευτικά.[5]
Την ίδια στιγμή, μέσα από την εμφανή δυσπιστία που αισθάνονται τα μέλη της μικρής νορβηγικής κοινότητας και οι κρατικοί λειτουργοί απέναντι στους Γκεοργκίου, το Φιόρδ αναδεικνύει την αντίστροφη όψη του νομίσματος, ήτοι τη δυσκολία των φιλελεύθερων θεσμών να αντιμετωπίσουν μορφές ζωής που αποκλίνουν ουσιωδώς από τις κυρίαρχες αντιλήψεις περί αυτονομίας και ατομικότητας. Η δυσπιστία αυτή δεν εκφράζει απλώς την ανησυχία για ενδεχόμενη παραβίαση των δικαιωμάτων των παιδιών, αλλά αποκαλύπτει και την ένταση που μπορεί να ανακύψει όταν οι φιλελεύθερες αξίες αποκτούν τη μορφή μιας αυτονόητης και δεσμευτικής αντίληψης περί του ορθού τρόπου ζωής. Η ταινία καθιστά σαφές ότι ο θρησκευτικός συντηρητισμός της οικογένειας Γκεοργκίου αξιολογείται όχι μόνο με βάση συγκεκριμένες ανησυχίες για τα παιδιά, αλλά και με βάση την απόσταση της οικογένειας από την κυρίαρχη νορβηγική αντίληψη για το τι συνιστά μια «φυσιολογική» παιδική ηλικία. Οι θρησκευτικές τους πρακτικές, οι περιορισμοί στη χρήση της τεχνολογίας και η συντηρητική οικογενειακή τους δομή καλλιεργούν ένα ευρύτερο κλίμα καχυποψίας ανεξάρτητο εν πολλοίς από τα στοιχεία για την πιθανή κακοποίηση των παιδιών.[6]
Αλλά και τα ίδια τα «στοιχεία» της υπόθεσης είναι δύσκολο να προσδιοριστούν αντικειμενικά. Η αίθουσα του δικαστηρίου μετατρέπεται σε έναν τόπο όπου λέξεις οι οποίες ακούγονται όμοιες αποκαλύπτουν το «ασύμμετρο» χάσμα μεταξύ της κοσμοαντίληψης των κατηγορούμενων και της κατηγορούσας αρχής.[7] Έννοιες όπως πειθαρχία, κακοποίηση, ελευθερία, προστασία, πίστη, αυτονομία αλλάζουν νόημα ανάλογα με το ποιος μιλά. Η σύγκρουση δεν αφορά, συνεπώς, μόνο το τι συνέβη, αλλά και τα ίδια τα κριτήρια με τα οποία αξιολογούνται.
Ωστόσο, το Φιόρδ επιχειρεί κάτι περισσότερο από τη δραματοποίηση της σύγκρουσης μεταξύ θρησκευτικών και κοσμικών δογμάτων και των κινδύνων που εγκυμονούν για τη σταθερότητα των σύγχρονων φιλελεύθερων δημοκρατιών.[8] Αποτελεί και έναν αναστοχασμό για το πώς πρέπει να αντιμετωπίζει μια φιλελεύθερη δημοκρατία τους θρησκευόμενους πολίτες οι οποίοι ενώ αποδέχονται τις βασικές της πολιτικές αρχές μπορεί να δυσκολεύονται να συμφιλιώσουν τα θρησκευτικά τους πιστεύω με επιμέρους νομικές ρυθμίσεις και πολιτικές αποφάσεις μιας φιλελεύθερης κοινωνίας. Το θρησκευτικό δόγμα που ασπάζονται αυτοί οι πολίτες μπορεί για παράδειγμα να θεωρεί τον γάμο των ομοφυλοφίλων αμαρτία, την άμβλωση και την ευθανασία δολοφονία και τη χρήση στρατιωτικής βίας παραβίαση του φυσικού νόμου. Ενδέχεται επίσης να απαιτεί από τα μέλη του να ανατρέφουν τα παιδιά τους με βάση τις διδαχές της Βίβλου.
Ποια πρέπει να είναι η στάση της φιλελεύθερης πολιτείας απέναντι σε αυτούς τους πολίτες; Αν αντιληφθούμε τον φιλελευθερισμό αποκλειστικά ως ένα περιεκτικό δόγμα που «περιλαμβάνει αντιλήψεις για το τι έχει αξία στη ζωή και ιδεώδη προσωπικού χαρακτήρα»[9] η απάντηση είναι ότι μια φιλελεύθερη δημοκρατία δύσκολα μπορεί να παραμείνει ουδέτερη απέναντι στην αντίληψη που έχουν οι εν λόγω πολίτες για το αγαθό. Εφόσον για τη φιλελεύθερη πολιτεία η αυτονομία και η ατομικότητα δεν συνιστούν απλώς πολιτικές αρχές αλλά συστατικά στοιχεία της ορθής αντίληψης του αγαθού,[10] τότε αποκτά δικαιολογητικό έρεισμα να μεριμνά για την προώθησή τους ή τη μη παραβίασή τους. Στο πλαίσιο αυτό, πολλοί φιλελεύθεροι υπερασπίζονται την προαγωγή και την προστασία των αξιών της αυτονομίας και της ατομικότητας μέσω της δημόσιας παιδείας, της απαγόρευσης εκπαιδευτικών και θρησκευτικών πρακτικών και γενικότερων παρεμβάσεων στον τρόπο ζωής θρησκευτικών μειονοτήτων.[11] Τoύτο οδηγεί τον φιλελευθερισμό στο εξής παράδοξο: ενώ η αυτονομία και η ατομικότητα εκφράζουν μια κατεξοχήν πλουραλιστική θέση για το αγαθό, όταν εφαρμόζονται ως προσωπικά ιδεώδη καταλήγουν εν τέλει να στενεύουν το εύρος των αποδεκτών αντιλήψεων για το αγαθό.[12] Ο φιλελευθερισμός κινδυνεύει έτσι να μετατραπεί σε ένα είδος κοσμικής κρατικής θρησκείας τις βασικές αρχές της οποίας πρέπει να ασπάζονται όλοι οι πολίτες. Όπως ορθά επισημαίνει ο Γκάλστον, «υπό το πρόσχημα της προστασίας της δυνατότητας για διαφορετικότητα, η αρχή της αυτονομίας αντιπροσωπεύει στην πραγματικότητα ένα είδος ομοιομορφίας που ασκεί πίεση σε τρόπους ζωής που δεν ενστερνίζονται την αυτονομία».[13]
Ο Ρωλς περιγράφει τον κίνδυνο αυτό με πιο δραματικό τρόπο, επικαλούμενος την Ιερά Εξέταση: «Στη μεσαιωνική κοινωνία, την οποία λίγο πολύ ένωνε η αποδοχή της ρωμαιοκαθολικής πίστης, η ύπαρξη της Ιεράς Εξέτασης δεν ήταν διόλου τυχαία: ήταν απαραίτητο η Ιερά Εξέταση να καταστέλλει τις αιρέσεις, ούτως ώστε να διατηρείται η εν λόγω επίκοινη θρησκευτική πίστη. Το ίδιο ισχύει νομίζω, και για κάθε εύλογο περιεκτικό φιλοσοφικό ή ηθικό δόγμα, θρησκευτικής ή μη θρησκευτικής υφής. Παρομοίως, μια κοινωνία, η οποία θα ενστερνιζόταν από κοινού κάποια εύλογη μορφή του ωφελιμισμού, ή ακόμα και τον εύλογο φιλελευθερισμό του Καντ ή του Μιλ, θα χρειαζόταν ακόμα και αυτή, προκειμένου να παραμείνει τέτοια, να προσφύγει στους καταναγκασμούς της κρατικής εξουσίας. Ας το ονομάσουμε αυτό “το δεδομένο της καταπίεσης”».[14] Στο Φιορδ, η δίκη των Γκεοργκίου φαίνεται να προσλαμβάνει σε ορισμένα σημεία χαρακτηριστικά Ιεράς Εξέτασης, όχι επειδή το κράτος διώκει ρητά τη θρησκευτική πίστη, αλλά επειδή γίνεται εμφανές ότι ο τρόπος ζωής και οι αξίες που πρεσβεύει η οικογένεια αντιμετωπίζονται ως στοιχείο ενοχής. Παρά τις διακηρύξεις περί ισότητας και ανεκτικότητας, η επιχειρηματολογία των δημόσιων κατήγορων στηρίζεται εν τέλει στην αξιολογική τους κρίση για την ευρύτερη κοσμοαντίληψη της οικογένειας. [15]
Η μεροληπτική στάση της κατηγορούσας αρχής γίνεται πιο εμφανής μέσω της αντιπαραβολής της με εκείνη της Μία, της γειτόνισσας που παρ’ ότι φιλελεύθερων πεποιθήσεων αναλαμβάνει να εκπροσωπήσει νομικά την οικογένεια. Η Μια προσπαθεί να κατανοήσει την οπτική των Γκεοργκίου χωρίς να τους κρίνει από τη σκοπιά της δικής της αντίληψης για το αγαθό αλλά και παράλληλα χωρίς να παραιτείται από την πεποίθηση ότι υπάρχει μια ηθική τάξη βάσει της οποίας οι ανθρώπινες πράξεις μπορούν να κριθούν. Ως δικηγόρος των Γκεοργκίου η Μια επιχειρεί να ανακαλύψει αν όντως κακοποιούσαν τα παιδιά τους και ως γειτόνισσα επιχειρεί ουσιαστικά να κατανοήσει αν είναι, με τη ρωλσιανή ορολογία, έλλογοι.[16] Με αυτόν τον τρόπο, η Μια ενσαρκώνει ένα εναλλακτικό φιλελεύθερό ήθος το οποίο έρχεται σε πλήρη αντίστιξη με αυτή της κατηγορούσας αρχής στη δίκη. Το ήθος αυτό εκφράζει την αναζήτηση μιας κοινής βάσης πάνω στην οποία διαφορετικές περιεκτικές αντιλήψεις μπορούν να συνυπάρξουν.
Με τους όρους του Πολιτικού Φιλελευθερισμού μπορούμε να φανταστούμε τη βάση αυτή ως μια επάλληλη συναίνεση, η οποία δεν απαιτεί από τους πολίτες να συμφωνούν ως προς τις περιεκτικές τους αντιλήψεις για το αγαθό, αλλά μόνο ως προς ορισμένες θεμελιώδεις πολιτικές αρχές που μπορούν να αποδεχθούν από διαφορετικές ηθικές ή θρησκευτικές αφετηρίες. Η συναίνεση αυτή προϋποθέτει την κοινή αποδοχή μιας πολιτικής αντίληψης του προσώπου ως ελεύθερου και ίσου αλλά όχι και του περιεκτικού ιδεώδους της αυτονομίας ή της ατομικότητας.[17] Ένας πολίτης μπορεί για παράδειγμα να θεωρεί τον εαυτό του και τους άλλους ελεύθερους και ίσους ως προς τα πολιτικά τους δικαιώματα, ενώ παράλληλα να θεωρεί ότι η ατομική επιλογή πρέπει να υποτάσσεται σε μια ανώτερη θρησκευτική τάξη αξιών.
Στη δικαστική υπόθεση που δραματοποιεί το Φιόρδ, η θρησκευτική τάξη αξιών την οποία ασπάζεται ένας πολίτης απαιτεί την ανατροφή των παιδιών του μακριά από τις ανεπιθύμητες επιρροές της σύγχρονης κουλτούρας. Από τη σκοπιά ενός περιεκτικού φιλελευθερισμού, θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς ότι η πολιτεία νομιμοποιείται να προάγει μέσω της εκπαίδευσης την αυτονομία και την ατομικότητα «ως ιδανικά που πρέπει να κυβερνούν μεγάλο μέρος της ζωής, αν όχι το σύνολό της».[18] Αυτό θα ερχόταν σε προφανή σύγκρουση με την αντίληψη του εν λόγω πολίτη για την ιδεώδη ανατροφή. Ο πολιτικός φιλελευθερισμός, αντίθετα, θα απαιτούσε μόνο «η εκπαίδευση των παιδιών να περιλαμβάνει πράγματα όπως τη γνώση των συνταγματικών και των αστικών τους δικαιωμάτων, ούτως ώστε, για παράδειγμα, αυτά να γνωρίζουν ότι η ελευθερία της συνείδησης υφίσταται στην κοινωνία τους και ότι η αποστασία από την πίστη τους δεν συνιστά νομικά κανένα έγκλημα, και όλα αυτά για να εξασφαλιστεί ότι, όταν θα ενηλικιωθούν, δεν θα συνεχίσουν να είναι μέλη αυτών των ομάδων απλώς και μόνο επειδή θα αγνοούν τα βασικά τους δικαιώματα, ούτε θα φοβούνται την τιμωρία παραβάσεων που στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν».[19] Η ιστορία που μας αφηγείται το Φιόρδ αναδεικνύει έτσι τη σημασία της διάκρισης ανάμεσα σε μια πολιτική αντίληψη της ελευθερίας και της ισότητας και σε ένα περιεκτικό ιδεώδες αυτονομίας. Το ζητούμενο, από τη σκοπιά του πολιτικού φιλελευθερισμού, δεν είναι να εξαλειφθούν οι βαθιές διαφωνίες ως προς τον τρόπο ζωής και την ανατροφή των παιδιών, αλλά να διαμορφωθούν οι πολιτικοί όροι υπό τους οποίους τέτοιες διαφωνίες μπορούν να παραμένουν συμβατές με την ιδιότητα των πολιτών ως ελεύθερων και ίσων.
ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] Τζων Ρωλς, Ο πολιτικός φιλελευθερισμός, μτφρ. Σπύρος Μαρκέτος, Μεταίχμιο, Αθήνα 2004, σ. 6· John Rawls, Political Liberalism, Columbia University Press, Νέα Υόρκη 1993.
[2] Η αντίληψη αυτή στηρίζεται στην ιδέα ότι είναι δυνατή μια επάλληλη συναίνεση μεταξύ διαφορετικών δογμάτων σε μια καθαρά πολιτική αντίληψη δικαιοσύνης. Ο ίδιος ο Rawls υποστηρίζει ότι αυτή η νέα αυτοκατανόηση του φιλελευθερισμού είναι αναγκαία λόγω των ιστορικών και κοινωνικών συνθηκών της δημοκρατικής κοινωνίας και των συνθηκών του έλλογου πλουραλισμού. Διαφορετικές αντιλήψεις του «πολιτικού φιλελευθερισμού» έχουν διατυπώσει οι Larmore και Gaus. Βλ. Charles Larmore, Patterns of Moral Complexity, Cambridge University Press, Kέιμπριτζ 1987 & Τhe Μorals of Modernity, Cambridge University Press, Κέιμπριτζ 1996. Βλ. επίσης Gerald Gaus, Justificatory Liberalism: An Essay on Epistemology and Political Theory, Oxford University Press, Νέα Υόρκη 1996).
[3] Ο Rawls γράφει χαρακτηριστικά ότι ο «πολιτικός φιλελευθερισμός ξεκινά όταν αντιλαμβανόμαστε με όλη μας την καρδιά πόσο απροσμέτρητο βάθος έχει τούτη η υπόγεια και ασυμφιλίωτη σύγκρουση». Τζων Ρωλς, ό.π., σ. 15.
[4] Το Φιόρδ είναι εμπνευσμένο από την πραγματική ιστορία της οικογένειας Μπονταρίου η οποία έλαβε μεγάλη δημοσιότητα στη Ρουμανία το 2015.
[5] Το γεγονός ότι ο Μουνγκίου επιλέγει να παρουσιάσει την ιστορία μιας λευκής χριστιανικής οικογένειας και όχι μιας μουσουλμανικής του επιτρέπει να εστιάσει ακριβώς στη σύγκρουση μεταξύ θρησκευτικών και κοσμικών δογμάτων. Αναμφίβολα, στην ταινία υπάρχει ως θεματική και η υπόγεια σύγκρουση μεταξύ οπισθοδρομικών Βαλκάνιων και προοδευτικών Σκανδιναβών. Ωστόσο, η σύγκρουση αυτή δεν αποτελεί τον κύριο άξονα της ταινίας.
[6] Η ταινία δεν μας αποκαλύπτει ποτέ ρητά αν οι γονείς είχαν όντως χτυπήσει βίαια την κόρη τους αλλά μας δείχνει ότι υπάρχουν και άλλες πιθανές αιτίες για τα σημάδια στο σώμα της Έλια. Την προηγούμενη ημέρα είχε λάβει μέρος σε αγώνα πάλης στο μάθημα της γυμναστικής, ενώ το βράδυ είχε πηδήξει από το παράθυρο του υπνοδωματίου της για να φύγει κρυφά από το σπίτι και να συναντήσει την κόρη των γειτόνων. Ωστόσο, οι νορβηγικές αρχές δεν ενδιαφέρονται να διερευνήσουν αυτές τις εναλλακτικές εκδοχές
[7] Αυτή την πτυχή υπογραμμίζει πολύ εύστοχα η κριτική της ταινίας στο Eye for Film. https://www.eyeforfilm.co.uk/review/fjord-2026-film-review-by-edin-custo?
[8] Η πολιτική διάσταση αυτής της σύγκρουσης αποτυπώνεται στην ταινία μέσω της εκστρατείας που ξεκινάει ο Μιχάι κατά του νορβηγικού κράτους και τις μεγάλες διαστάσεις που παίρνει γρήγορα στα κοινωνικά δίκτυα.
[9] Αυτό τον ορισμό δίνει ο Rawls για τα περιεκτικά δόγματα, όπως τα αποκαλεί.
[10] O Galston κατατάσσει όσους ακολουθούν αυτή την προσέγγιση στους υπερασπιστές ενός «φιλελευθερισμό του Διαφωτισμού», όπως τον αποκαλεί, τον οποίο αντιδιαστέλλει με τον «φιλελευθερισμό της Μεταρρύθμισης». William A. Galston, «Two Concepts of Liberalism», περ. Ethics, τόμ. 105, τχ. 3, 1995, σ. 516-534: doi:10.2307/2382140. Στην πρώτη κατηγορία περιλαμβάνει μεταξύ άλλων τους Ηerzog, Waldron και Macedo. H Νussbaum κατατάσσει όσους ακολουθούν μια παρόμοια προσέγγιση στους υποστηρικτές ενός «τελειοκρατικού φιλελευθερισμού» τον οποίο αντιδιαστέλει με τον «πολιτικό φιλελευθερισμό». Ο κατεξοχήν εκπρόσωπος του τελειοκρατικού φιλελευθερισμού είναι σύμφωνα με τον Nussbaum ο Raz. Martha C. Nussbaum, «Perfectionist Liberalism and Political Liberalism», περ. Philosophy & Public Affairs, τχ. 39, 2011, σ. 3-45.
[11] Κάποιοι φιλελεύθεροι ασπάζονται και το «λεγόμενο σχέδιο του Διαφωτισμού», δηλαδή την απόλυτη κυριαρχία ενός κοσμικού και ταυτόχρονα περιεκτικού φιλοσοφικού δόγματος και την εξάλειψη των θρησκευτικών δογμάτων.
[12] Η αυτονομία και η ατομικότητα προάγουν σε έναν βαθμό τον πλουραλισμό όπως και το αντίστροφο. Ωστόσο, το πρόβλημα είναι ότι πολλές κουλτούρες και κοινωνικές ομάδες δεν αποδίδουν μεγάλη αξία στην αυτονομία και την ατομικότητα ως προσωπικά ιδεώδη μολονότι αποδέχονται το ιδεώδες του ελεύθερου πολίτη. Ως εκ τούτου, όπως έχει επισημάνει ο Kukathas στην κριτική του στον Kymlica, αν τα προσωπικά ιδεώδη της αυτονομίας και της ατομικότητας αποτελούν τις κυρίαρχες δημόσιες αξίες τότε ανοίγει ο δρόμος για την παρέμβαση της φιλελεύθερης πολιτείας στην εσωτερική ζωή κοινοτήτων που δεν αποδέχονται αυτές τις αξίες και στον κίνδυνο να αναγκαστούν οι μειονοτικές κουλτούρες να γίνουν πιο φιλελεύθερες. Chandran Kukathas, «Are There Any Cultural Rights?», περ. Political Theory, τχ. 20, 1992, σ. 105-139. O Κymlica αναγνωρίζει τη δυσκολία: «Το να βρεθεί ένας τρόπος να φιλελευθεροποιηθεί μια πολιτισμική κοινότητα χωρίς να καταστραφεί είναι μια πρόκληση που αντιμετωπίζουν οι φιλελεύθεροι σε κάθε χώρα, μόλις αναγνωρίσουμε τη σημασία ενός ασφαλούς πολιτισμικού πλαισίου επιλογών». Will Kymlicka, Liberalism, Community, and Culture, Oxford University Press, Οξφόρδη 1989, σ. 170.
[13] William A. Galston, ό.π., σ. 523.
[14] Τζων Ρωλς, ό.π., σ. 67.
[15] Το Φιόρδ μάς παρουσιάζει τη μεροληπτική αντιμετώπιση της οικογένειας Γκεοργκίου αλλά σε καμία περίπτωση δεν εξιδανικεύει τους δύο γονείς ούτε υπαινίσσεται ότι η δική τους κοσμοαντίληψη είναι προτιμότερη ή πιο ανεκτική. Ούτε επίσης καταδικάζει συλλήβδην τις φιλελεύθερες κοινωνίες και το φιλελεύθερο ιδεώδες αλλά εντοπίζει υπαρκτές ρωγμές και αντιφάσεις.
[16] Ένας έλλογος πολίτης έχει σύμφωνα με τον Ρωλς τη δική του αντίληψη για το αγαθό και το ορθό αλλά δεν είναι διατεθειμένος να την επιβάλλει στους άλλους, ακόμα και αν ανήκει σε μια πλειοψηφία που έχει την εξουσία να επιβάλει αυτές τις πεποιθήσεις σε όλους. Το κατά πόσον οι Γκεοργκίου είναι τελικά έλλογοι είναι κάτι που η ταινία το αφήνει σκόπιμα ανοικτό, υπογραμμίζοντας ενδεχομένως και το στοιχείο της αβεβαιότητας που διέπει τις σχέσεις μας με άλλες πολιτισμικές ομάδες.
[17] Οι πολίτες θεωρούν ο ένας τον άλλον ελεύθερους, επειδή είναι ικανοί να διαμορφώνουν και να αναθεωρούν τη δική τους αντίληψη για το αγαθό, και ίσους, επειδή θεωρούν ότι διαθέτουν τις ίδιες θεμελιώδεις πολιτικές ελευθερίες και το δικαίωμα να συμμετέχουν στη διαμόρφωση των όρων της κοινωνικής συνεργασίας. Ωστόσο, η επάλληλη συναίνεση δεν προϋποθέτει την αποδοχή της αυτονομίας και της ατομικότητας ως ιδεωδών ανώτερης τάξης από την πλειονότητα των πολιτών. Η αποδοχή για παράδειγμα της πολιτικής ελευθερίας δεν προϋποθέτει την αποδοχή της αυτονομίας ως συστατικού της προσωπικής αντίληψης του αγαθού.
[18] Τζων Ρωλς, ό.π., σ. 243.
[19] Ό.π.
Add comment
Comments