του Σπύρου Φλώρου
Ο Jacques Julliard στο έργο του «Σιμόν Βέιλ» αναφέρει ότι «δεν βγαίνει κανείς αλώβητος από μια συνάντηση με τη Σιμόν Βέιλ… βγαίνει ερείπιο ή αναγεννημένος».[1] Μελετώντας το Το πρόσωπο και το ιερό της Σιμόν Βέιλ, μόνο ένας άνθρωπος ολοκληρωτικά ανίατος, θα λέγαμε αλλοτριωμένος και απογυμνωμένος από το ένδυμα των ανθρώπων, θα έβγαινε αλώβητος. Κάθε άλλος, λιγότερο ή περισσότερο, θα νιώσει αυτή την ψυχική ταραχή, είτε ως ανάταση, είτε ως συντριβή.
Μπορεί ο πυρήνας του έργου να είναι οι έννοιες του προσώπου, του απρόσωπου και των δικαιωμάτων, ωστόσο το θέμα της γλώσσας και πιο ειδικά των ορίων της, των δυνατοτήτων της να υπηρετήσουν την «ανθρώπινη υπόθεση», αποτελεί βασικότατο πυλώνα πάνω στον οποίο δομείται η οπτική της γύρω από τις έννοιες των δικαιωμάτων, αλλά κυρίως γύρω από τον τρόπο να υπηρετηθεί ο πάσχων άνθρωπος.
Πριν, ωστόσο, αναφερθούμε στο θέμα της γλώσσας, οφείλουμε να αναφερθούμε στο ζήτημα των δικαιωμάτων, το οποίο αποτελεί το μείζον εξεταζόμενο θέμα (σε συνδυασμό με αυτό του προσώπου - απρόσωπου), ώστε να γίνει πιο κατανοητή η σύνδεσή του με το θέμα της γλώσσας. Η Βέιλ, λοιπόν, στο εν λόγω έργο, εξαπολύει δριμεία επίθεση κατά της έννοιας των δικαιωμάτων του ανθρώπου (όπως, άλλωστε, εύστοχα επισημαίνει ο Σταύρος Ζουμπουλάκης, το Πρόσωπο και το ιερό είναι πολεμικό κείμενο). Ομοίως, ασκεί πολεμική ενάντια στην ιδέα της ιερότητας του προσώπου. Τι μπορεί να την ωθεί στο να απαξιώνει την ιδέα ενός προσώπου που φέρει μέσα του κάτι το ιερό; Τι μπορεί να την καθιστά εχθρική, ενίοτε άκρως ειρωνική, απέναντι στην αξία των δικαιωμάτων; («Δεν φαντάζεται κανείς τον Άγιο Φραγκίσκο της Ασίζης να μιλάει για δικαιώματα»)[2]
Η απάντηση έγκειται στο ότι, με τον τρόπο αυτό, η συζήτηση περί του βίου των ανθρώπων στρέφεται σε ένα επίπεδο μιας προσωπικής συναλλαγής: κάποιος παραχωρεί – κάποιος λαμβάνει ένα δικαίωμα. Η ανθρώπινη αξιοπρέπεια ευτελίζεται, υποβαθμίζεται η ίδια η ουσία του Ανθρώπου. Όλα μοιάζουν να υπακούν σε απλές επιδιώξεις ικανοποίησης ατομικών αναγκών. Ουσιαστικά η φωνή (για να ερχόμαστε σταδιακά στο θέμα της γλώσσας), ο λόγος των ανθρώπων ακούγεται ως μία απλή αίτηση ή απαίτηση, διεκδίκηση ή ικεσία (δεν έχει σημασία το ύφος, ο τόνος ή το πνεύμα) για την ικανοποίηση αιτημάτων, για την παραχώρηση προνομίων, για την κατοχύρωση δικαιωμάτων. Αυτό ακριβώς είναι ό,τι αποστρέφεται η Βέιλ. Αυτό διαστρέφει την αληθινή, τη μία και πηγαία κραυγή, που βγαίνει μέσα από τη ψυχή των δυστυχισμένων. Αυτό ουσιαστικά συνθλίβει τη μία και μοναδική κραυγή της ψυχής των δυστυχισμένων ή ακόμη χειρότερα, τη μεταστρέφει σε μία απλή –ευτελή κατά τη Βέιλ– διεκδίκηση δικαιωμάτων.
Έτσι, στο σημείο αυτό οφείλουμε να έρθουμε στο κέντρο του εξεταζόμενου θέματος: σε αυτό της αληθινής κραυγής. Κατά τη Βέιλ, λοιπόν, η φωνή αυτή που δεν βγαίνει από το στόμα, δεν αρθρώνεται από χείλη, αλλά μοιάζει να πηγάζει από τα βάθη της ψυχής των ανθρώπων (φυσικά η έμφαση θα δοθεί στους δυστυχισμένους ανθρώπους), είναι αυτή που αναρωτιέται «γιατί μου κάνουν κακό;». Αυτό το ερώτημα πηγάζει από την ψυχή κάθε ανθρώπινου όντος, το οποίο διατηρεί (ακόμα και αν πρόκειται για έναν εγκληματία), το παιδικό μέρος της ψυχής του, «το οποίο προσδοκεί πάντα το καλό» (σ. 9). Επομένως, η φωνή της κάθε ψυχής ζητά να μην υποστεί αδικία. Ζητά μόνο το καλό. Όταν, όπως επισημαίνει η Βέιλ «αυτό το παιδικό παράπονο, ούτε ο ίδιος ο Χριστός δεν μπόρεσε να κρατήσει : «γιατί μου κάνουν κακό;» (σ. 10), πώς δεν θα αναδυθεί εύλογα από την κάθε ανθρώπινη ψυχή; Αυτό το παράπονο, αυτή η δυνατή κραυγή ή και χαμηλόφωνη «κραυγή», εύκολα καταλαβαίνουμε ότι δεν έχει να κάνει με δικαιώματα. Τίποτε σχετικό με «δοσοληψίες» με «συμφωνίες κυριών», ή χειρότερα, με συμφωνίες αρχόντων και αρχομένων. Δεν είναι φωνή που θα ζητά δικαιώματα, αλλά είναι κραυγή που αιτείται δικαιοσύνης και πάνω από όλα, ζητά το καλό, το αγαθό, εν τέλει την αγάπη. Αυτή η φωνή, αυτή η κραυγή, κατά τη Βέιλ, αν και είναι το πάγιο αίτημα κάθε ανθρώπινου όντος, ωστόσο είναι κυρίως η κραυγή των αδυνάτων, των δυστυχισμένων, των πασχόντων, κυρίως των αδίκως πασχόντων.
Στο σημείο αυτό ερχόμαστε στο κυρίως ζητούμενο, στο μεγάλο ερώτημα που τίθεται και το οποίο η Βέιλ έχει προσπαθήσει να απαντήσει: «Γιατί αυτή η κραυγή δεν ακούγεται;» . Αν η φωνή που ζητά να μην της κάνουν κακό, αν η κραυγή που βγαίνει από τα χείλη, μα κυρίως από την καρδιά των δυστυχισμένων, είναι τόσο ρητή και ζητά δικαιοσύνη, αν αποτελεί αίτημα του αγαθού, της αληθινής αγάπης και αν είναι τόσο καθολικό ως αίτημα των δυστυχισμένων του κόσμου, γιατί δεν ακούγεται;
Αν προσπαθήσουμε να απαντήσουμε, σύμφωνα με τη Βέιλ, στο ερώτημα αυτό, η απάντηση μας θα κινηθεί σε δύο άξονες, που θα εξετάσουμε χωριστά: α) Δεν υπάρχουν αυτοί που θα μετουσιώσουν σε λόγο αυτή την κραυγή των δυστυχισμένων. β) Ακόμη κι αν βρει τον τρόπο να εκφραστεί αυτή η κραυγή, δεν υπάρχει το πρόσφορο έδαφος, δεν υπάρχουν τα «ευήκοα ώτα» να την ακούσουν. Ας εξετάσουμε την πρώτη παράμετρο. Η κραυγή των δυστυχισμένων, λέει η Βέιλ, δεν μπορεί να ακουστεί, δεν δύναται να αρθρωθεί, «πρόκειται για κραυγή βουβή που αντηχεί μόνο στα μύχια της καρδιάς» (σ. 10). Το ερώτημα όμως είναι «γιατί;» και στο ερώτημα αυτό η Βέιλ δεν δίνει μια μόνο απάντηση. Προσπαθώντας να παρακολουθήσουμε την σκέψη της, θα κάνουμε και εδώ μια διαίρεση. Συγκεκριμένα, οι λόγοι της σιωπής, του «πνιγμού» αυτής της κραυγής των δυστυχισμένων μπορεί να είναι οι ακόλουθοι:
1) Οι δυστυχισμένοι, έχοντας υποστεί αμέτρητα και δυσβάσταχτα πλήγματα, έχοντας βιώσει στο έπακρο το κακό, μοιάζουν τόσο αποδυναμωμένοι, τόσο εξουθενωμένοι, ώστε η φωνή τους σβήνει ολοσχερώς ή εξασθενεί συντριπτικά. Χαρακτηριστικά λέει «Σε όσους έχουν δεχτεί πάρα πολλά χτυπήματα, όπως οι σκλάβοι, τούτο το κομμάτι της καρδιάς, που κραυγάζει έκπληκτο εξαιτίας του κακού που έχει υποστεί φαίνεται νεκρό. Μα δεν είναι ούτε ολότελα νεκρό. Απλώς δεν μπορεί πια να κραυγάσει. Έχει περιέλθει σε κατάσταση υπόκωφου και αδιάκοπου στεναγμού» (σ. 10-11).
2) Ο δεύτερος λόγος είναι ότι οι συγκεκριμένοι άνθρωποι, αυτοί οι δυστυχισμένοι του κόσμου, είναι άνθρωποι, που δεν ανήκουν σε στρώματα της κοινωνίας που έχουν αναπτύξει σε ικανοποιητικό βαθμό το γλωσσικό τους όργανο. Σκλάβοι, εργάτες (ως σκλάβους τούς παρουσιάζει και αυτούς, υπό μια έννοια η Βέιλ), αγρότες, ακόμη και αυτοί οι άνθρωποι του εγκλήματος, που βρίσκονται ενώπιον των δικαστών, δεν είναι σε θέση να μετατρέψουν αυτή την κραυγή, την οδύνη που συντρίβει την ψυχή τους σε λόγο συγκροτημένο, ποιοτικό, δυνατό, που θα αποδώσει σε όλη την διάσταση το μέγεθος αυτής της συντελεσμένης αδικίας, της κακίας που τους έχει πλήξει. Χαρακτηριστικά λέει «εκείνοι που έχουν πιο συχνά την ευκαιρία να νιώσουν ότι τους κάνουν κακό είναι αυτοί που γνωρίζουν λιγότερο να μιλάνε» και συμπληρώνει με το παράδειγμα: «τίποτε δεν είναι πιο φρικτό, για παράδειγμα από το να βλέπεις στο πλημμελειοδικείο κάποιον δύστυχο να ψελλίζει ενώπιον ενός δικαστή που κάνει φίνα αστεία σε κομψή γλώσσα» (σ. 11).
3) Ο τρίτος λόγος εκ πρώτης όψεως ίσως ξενίζει λίγο. Ούτε λίγο ούτε πολύ η Βέιλ μοιάζει να υποστηρίζει ότι δεν υπάρχουν οι κατάλληλες λέξεις για να εκφράσουν αυτό το συναίσθημα που συντρίβει τις ψυχές των δυστυχισμένων. Διατείνεται ότι η κραυγή αυτή δεν μπορεί να αποδοθεί με υπαρκτές λέξεις και ότι αυτές που έχουν αναφερθεί, δήθεν για να εκφράσουν τα αιτήματα, τις ανάγκες της ψυχής τους, όχι μόνο δεν επιτελούν τον σκοπό τους, αλλά ευτελίζουν αυτή την κραυγή του παιδικού κομματιού της ψυχής τους. Λέξεις όπως: «δικαίωμα» , «δημοκρατία» , «ατομικές ελευθερίες» ή, ακόμη χειρότερα, λέξεις που αναφέρονται σε συνθήκες εργασίας ή μισθούς (ο υπέρτατος εκχυδαϊσμός, η υποβάθμιση της δυστυχίας, απλώς σε ένα παζάρι επί του τιμήματος της ψυχής τους που πωλείται) είναι λέξεις που αδυνατούν να αποδώσουν το αληθές δράμα της καρδιάς των δυστυχισμένων. Όπως υποστηρίζει η Βέιλ -εξαπολύοντας την επίθεση της κατά του «δικαιώματος» - «αυτό που ήταν κραυγή βγαλμένη βαθιά μέσα από τα σπλάχνα, η χρήση αυτής της λέξης το έκανε ξινή διεκδικητική γκρίνια, χωρίς καθαρότητα και αποτελεσματικότητα» (σ. 27). Άλλωστε, όπως συμπληρώνει «οι Έλληνες δεν είχαν την έννοια του δικαιώματος. Δεν είχαν λέξεις για να την εκφράσουν. Τους αρκούσε η λέξη «δικαιοσύνη» (σ. 24).
Στη θέση αυτή επιμένει, προσπαθώντας να δείξει την απόσταση που πάντα θα υπάρχει ανάμεσα στη σκέψη και τη γλώσσα. Πρόκειται για ένα χάσμα που μοιάζει αγεφύρωτο, αφού οι λέξεις είναι πεπερασμένες και φτάνουν μέχρι ενός σημείου να μπορούν να αποτυπώσουν την ποσότητα σχέσεων. Απεναντίας, οι σκέψεις – και κατ’ επέκταση, τα συναισθήματα, θα προσθέταμε, συνεπάγονται ένα μεγαλύτερο αριθμό σχέσεων. Αυτές οι σκέψεις, όπως διατείνεται η Βέιλ, «είναι εκτός γλώσσας, αδιατύπωτες, μολονότι εντελώς έγκυρες και σαφείς».[ (WEIL, 2018). σελ.34] Ωστόσο, σε αυτό το σημείο , η Βέιλ αφήνει για πρώτη φορά να εννοηθεί ότι εν τέλει, η γλώσσα έχει αυτή την δύναμη, ότι οι λέξεις υπάρχουν, ότι η κραυγή αυτή των δυστυχισμένων που πηγάζει από την κοίτη της τέλεσης της αδικίας και του κακού, έχει τη δυνατότητα να αρθρωθεί σε λόγο, όπως θα δούμε στη συνέχεια.
4) Τέλος, η Βέιλ ισχυρίζεται ότι, ακόμη και αν μπορούσε η γλώσσα να αποτυπώσει κάτι από αυτή την φωνή της παιδικής ψυχής, δεν υπάρχουν αυτοί που θα μπορούσαν να μετουσιώσουν σε έναρθρο λόγο αυτή την άναρθρη κραυγή, καθώς αυτοί ποτέ δεν το πράττουν και αυτό μπορεί να οφείλεται σε δύο λόγους:
Α) Είτε συνειδητά, σκόπιμα και, πιθανώς, δόλια, αυτοί που στέκουν ψηλά, αυτοί που μπορούν να εκφράσουν οτιδήποτε με τον λόγο, οι λεγόμενοι «επαγγελματίες του λόγου», αντί να αποτυπώσουν με τις λέξεις τους την οδύνη και το αίσθημα του άδικου που βιώνουν, τότε μιλάνε για δικαιώματα, για καλύτερες συνθήκες εργασίας κ.λπ. . «Όταν τους μιλάνε για την μοίρα τους, προτιμούνε γενικά να τους μιλάνε για μισθούς. Εκείνοι με την κούραση που τους τσακίζει και κάνει κάθε προσπάθεια προσοχής επίπονη, δέχονται με ανακούφιση την εύκολη σαφήνεια των αριθμών» (σ. 21-22).
Β) Είναι ανίκανοι να αρθρώσουν αυτόν τον λόγο, διότι απλά αδυνατούν να νιώσουν, να αφουγκραστούν, να συναισθανθούν το βάθος, το μέγεθος, την ουσία της κραυγής των δυστυχισμένων. Ακόμη και στην περίπτωση που θα μπορούσαμε να αποδεχτούμε την καλή πρόθεση κάποιων να μιλήσουν για τη δυστυχία αυτών των αδικημένων, το αποτέλεσμα θα ήταν ανεπιτυχές. Αυτό, διότι μη έχοντες την εμπειρία αυτής της δυστυχίας, αδυνατώντας να αντιληφθούν ποιο είναι το πραγματικό πρόσωπό της, δεν θα μπορέσουν να το αποδώσουν στη διάστασή του.
Οι μορφωμένοι «των γραφείων», οι ιδεολόγοι των κοινωνικών αγώνων, οι θεωρητικοί υπέρμαχοι των φτωχών, των αδικημένων και των καταφρονεμένων, δεν έχουν –κατά τη Βέιλ– την παραμικρή ιδέα για το τι σημαίνει στην πράξη, στην καθημερινή βίωσή της η φτώχεια, η πείνα, η εξαθλίωση, το να υφίστασαι το κακό ή την αδικία. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει, «πολλές απαραίτητες αλήθειες που θα μπορούσαν να σώσουν τους ανθρώπους, δεν λέγονται. Αυτοί που θα μπορούσαν να τις πουν (οι φτωχοί, οι αδικημένοι, οι ταπεινωμένοι) δεν μπορούν να τις πουν» (σ. 28) και «η δυστυχία είναι από μόνη της άναρθρη. Οι δυστυχισμένοι ικετεύουν σιωπηλά να τους δώσει κάποιος τις λέξεις για να εκφραστούν. Υπάρχουν εποχές που δεν εισακούονται. Υπάρχουν άλλες όπου οι λέξεις τούς προσφέρονται, αλλά κακοδιαλεγμένες, επειδή αυτοί που τις επιλέγουν είναι ξένοι προς τη δυστυχία που διερμηνεύουν» (σ. 29).
Αυτή η κραυγή, ακόμη κι αν μπορέσει τελικά να εξωτερικευτεί είτε ως έναρθρος λόγος, είτε ως απλή εκδήλωση απόγνωσης, οδύνης, πόνου, ικεσίας, από τον δυστυχισμένο, τον αδικημένο, αυτόν που πνίγεται από το κακό που υφίσταται, και που διψά να του κάνουν μόνο το καλό, και πάλι όμως, θα μοιάζει σαν μια φωνή χωρίς αποδέκτες. Αναφέρει χαρακτηριστικά τον κατηγορούμενο που προσπαθεί κάτι να ψελλίσει, να εκφράσει την εσωτερική του κραυγή και απέναντί του στέκει σκληρός, βλοσυρός, είρων, ο δικαστής. Γιατί; Γιατί του είναι ολότελα ξένη η δυστυχία, ο πόνος. Έτσι, δεν μπορεί τίποτε να διαπεράσει τα κουφά στον πόνο αυτιά του. Πέρα από τους δικαστές, η Βέιλ αναφέρεται και στους πολιτικούς, στα κόμματα ως ανίκανα να αισθανθούν την κραυγή αυτή. Αυτό συμβαίνει, διότι ένα κόμμα, όπως υποστηρίζει, «που είναι απασχολημένο με την κατάκτηση ή τη διατήρηση της κυβερνητικής εξουσίας, δεν μπορεί παρά να αντιλαμβάνεται τις κραυγές αυτές ως θόρυβο» (σ.12).
Είναι σαφές ότι ακόμη και τα κόμματα που υποτίθεται ότι αγωνιούν και αγωνίζονται για τα δικαιώματα των δυστυχισμένων, δεν έχουν ως στόχο την ουσία της κραυγής αυτής, αλλά την ενδυνάμωση τους, και έτσι αδυνατούν να την αισθανθούν, αφού τους είναι ξένη ως βίωμα. Ακόμη και τα συνδικάτα, στο πλαίσιο της διεκδίκησης της ικανοποίησης των στοχεύσεών τους αδυνατούν να νιώσουν την ουσία αυτής της κραυγής. Τέλος, ακόμη και άνθρωποι ενός «υψηλού νοητικού επιπέδου, ευφυείς, ταλαντούχοι, ενεργητικοί, με ισχυρή προσωπικότητα στήνουν ανάμεσα σε αυτούς και τους δυστυχισμένους, ένα χώρισμα και εμποδίζουν την βοήθεια», είναι δηλαδή μακριά από αυτούς, ξένοι προς τον πόνο τους. Δεν έχουν την δυνατότητα να νιώσουν τον πόνο, τους είναι ένα βίωμα άγνωστο και έτσι δεν έχουν καμία δυνατότητα ούτε να τους ακούσουν και προφανώς να εκφράσουν κάποιο τέτοιο είδος πόνου.
Όλα όσα έχουν έως εδώ ειπωθεί, πιθανώς διαμορφώνουν την αίσθηση μιας απόλυτης απαισιοδοξίας και μιας αποδοχής αυτής της κατάστασης. Ωστόσο, κάτι τέτοιο δεν ισχύει. Η Σιμόν Βέιλ, αρνούμενη να αποδεχτεί μια τέτοια μοίρα για τον δυστυχισμένο άνθρωπο και τη «σιωπηλή κραυγή» του, έρχεται να καταθέσει την πρόταση της, τη μοναδική λύση που μπορεί να υπάρξει. Η λύση αυτή, εν τέλει, θα έρθει να ανατρέψει την προηγούμενη διακήρυξή της περί μη ύπαρξης κατάλληλης γλώσσας. Η Σιμόν Βέιλ θα ισχυριστεί ότι τελικά αυτό που αποτελεί τη μόνη λύση είναι να έρθουν στο προσκήνιο και να ακουστούν αυτές οι λέξεις, οι οποίες –έστω και σε κάποιο βαθμό– μπορούν να εκφράσουν την οδύνη των δυστυχισμένων, αλλά και να αποτελέσουν τη βάση επί της οποίας μπορεί να οικοδομηθεί μια πραγματικότητα καλύτερη, ένας κόσμος όπου η αδικία και το κακό μπορεί να αντιμετωπιστεί πλέον.
Επιπλέον, πρέπει να βρούμε τις λέξεις που τρέφουν το καλό, που υπηρετούν «την ανθρώπινη υπόθεση» και με αυτές να αντικαταστήσουμε εκείνες που όχι μόνο δεν υπηρετούν το αγαθό, αλλά τελικά υπονομεύουν αυτό το ζητούμενο, την υπηρεσία του αγαθού. Αναζητούμε λέξεις που μοιάζουν να είναι φορείς κάτι του «υπερφυσικού», όπως η ίδια λέει και όχι έννοιες «γήινες». Χαρακτηριστικά λέει, «το να βάζεις στο στόμα των δυστυχισμένων λέξεις που ανήκουν στην μέση περιοχή των αξιών, όπως δημοκρατία, δικαίωμα ή πρόσωπο, σημαίνει ότι τους δίνεις ένα δώρο που δεν μπορεί να τους φέρει κανένα καλό και που τους κάνει αναπόφευκτα πολύ κακό. Οι έννοιες αυτές δεν βρίσκονται στον ουρανό, είναι μετέωρες στον αέρα, και για αυτόν ακριβώς τον λόγο δεν μπορούν να πιαστούν στην γη» (σ. 30).
Επομένως, συμπεραίνει η Βέιλ, πρέπει να εξορίσουμε αυτές τις λέξεις από τα στόματα των δυστυχισμένων. Οφείλουμε να «βάζουμε στο στόμα τους μόνο τα λόγια που κατοικούν στον ουρανό, πάνω από τον ουρανό, στον άλλο κόσμο» (σ. 30). Απαιτείται να εκφέρουμε αλλά και να προσφέρουμε στους ανθρώπους αυτούς λέξεις όπως αλήθεια, ομορφιά, δικαιοσύνη, συμπόνια, οι οποίες, όπως λέει, είναι παντού και πάντα φορείς του καλού. Και τι είναι αυτό που θα μας οπλίσει με τη δύναμη να προφέρουμε και να προσφέρουμε μόνο αυτές τις λέξεις; Είναι η δύναμη της Αγάπης. Οφείλουμε να βαδίσουμε στον δρόμο της «εκμηδένισης του εγώ, και μέσω της υπερφυσικής ενέργειας της χάριτος, να οδηγήσουμε την ψυχή στον δρόμο όπου καρποφορεί εκείνο το είδος προσοχής που επιτρέπει να προσέξουμε την αλήθεια και την δυστυχία» (σ. 40).
Συμπερασματικά, η Βέιλ φαίνεται να υποστηρίζει ότι η γλώσσα μπορεί να λειτουργήσει τελικά με τον αντίθετο τρόπο που έως τώρα λειτουργεί. Αν τα «όρια του κόσμου μου είναι τα όρια της γλώσσας μου», τότε όταν κινούμαστε μέσα στο όριο λέξεων όπως δικαίωμα, ατομική ελευθερία, δημοκρατία, μισθός κλπ. , χτίζουμε έναν κόσμο που σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να ακούσει, ούτε να εκφράσει την κραυγή των δυστυχισμένων, το αίσθημα της αδικίας και του κακού που υφίσταται η ψυχή τους. Αντιθέτως, αν οπλίσουμε τον λόγο μας και τον λόγο αλλά και τη νόηση του κόσμου των δυστυχισμένων με έννοιες όπως αυτές της αρετής, του καλού, του δίκαιου και του ωραίου, τότε δομούμε έναν κόσμο που μπορεί πλέον να ακούσει, να νιώσει, ίσως, την έως τώρα υπόκωφη, σιωπηλή κραυγή των δυστυχισμένων, αφού «δικαιοσύνη, αλήθεια, ομορφιά, είναι αδελφές και σύμμαχοι. Με τρεις τόσο ωραίες λέξεις, δεν υπάρχει ανάγκη να ψάξουμε για άλλες» (σ. 41)
ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ
[1] Jacques Julliard, Σιμόν Βέιλ. Το σόκ, μτφρ. Τεύκρος Μιχαηλίδης, Πόλις, Αθήνα 2016.
[2] Simone Weil, Το πρόσωπο και το ιερό, μτφρ.-επίμ. Σταύρος Ζουμπουλάκης, Πόλις, Αθήνα 2018, σ. 26. Στο εξής οι παραπομπές ενδοκειμενικά, με αριθμό σελίδας εντός παρενθέσεως.
Add comment
Comments